ανταγωνίζομαι
ρήμα1. Προσπαθώ να υπερισχύσω ή να κερδίσω απέναντι σε άλλους σε αγώνα, διαγωνισμό ή ανταγωνιστική δραστηριότητα.
2. Επιχειρώ να αποκτήσω πλεονέκτημα ή μεγαλύτερο μερίδιο σε αγορά, επάγγελμα ή άλλη συλλογική δραστηριότητα σε σχέση με τους ανταγωνιστές.
Συνώνυμα
συναγωνίζομαι διαγωνίζομαι ανταγωνίζω αγωνίζομαι αντιπαλεύω αντιμάχομαι μονομαχώ κοντράρω διεκδικώ παλεύω μάχομαι συγκρούομαι πολεμώ σφάζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο τουρνουά τένις, ανταγωνίζομαι με τους καλύτερους παίκτες.
- Στην αγορά, ανταγωνίζομαι τις άλλες εταιρείες για πελάτες.
- Στη δουλειά, ανταγωνίζομαι τους συναδέλφους για την προαγωγή.
- Κάθε μέρα ανταγωνίζομαι με τον εαυτό μου για να γίνομαι καλύτερος.
- Στις πολιτικές συζητήσεις, ανταγωνίζομαι σφοδρά για να υπερασπιστώ τις απόψεις μου.