συμπράττω
ρήμα1. Ενεργώ από κοινού με κάποιον άλλον για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού· συνεργάζομαι.
2. Βοηθώ, συντρέχω ή συμβάλλω στην πραγματοποίηση μιας ενέργειας.
3. Συμμετέχω ως καλλιτέχνης μαζί με άλλους σε εκδήλωση ή παράσταση.
Συνώνυμα
συνεργάζομαι συνεργώ συμμαχώ συνασπίζομαι συμβάλλω συμμετέχω συνδράμω συντρέχω συμπορεύομαι συμπλέω συνενώνομαι συντελώ βοηθώ επικουρώ ομονοώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα δύο κόμματα αποφάσισαν να συμπράξουν για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας.
- Στην αποψινή παράσταση θα συμπράξει η κρατική ορχήστρα με διακεκριμένους σολίστες του εξωτερικού.
- Όλοι οι κοινωνικοί φορείς οφείλουν να συμπράξουν για την αποτελεσματική προστασία των δασών.
- Αρνήθηκε κατηγορηματικά να συμπράξει σε ένα σχέδιο που θεωρούσε ανήθικο.