εκδηλώνομαι
ρήμα1. Γίνομαι εμφανής ή αισθητός μέσω συμπεριφορών, λόγων, σημείων ή άλλων ενδείξεων.
2. Δηλώνω ή εκφράζω συναισθήματα, σκέψεις, απόψεις ή διαθέσεις με λόγο, χειρονομίες ή πράξεις.
Συνώνυμα
εκφράζομαι εμφανίζομαι φανερώνομαι διαφαίνομαι παρουσιάζομαι αποκαλύπτομαι φαίνομαι παρατηρούμαι ξεσπάω συμβαίνω τυχαίνω ξεδιπλώνομαι βγαίνω αποτυπώνομαι δηλώνομαι αναδύομαι αντιδρώ ενεργώ υπάρχω γίνομαι εκρήγνυμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν έχω αλλεργία, εκδηλώνομαι με φτέρνισμα και φαγούρα.
- Όταν νιώθω άγχος, εκδηλώνομαι με αϋπνία και νευρικότητα.
- Στις συζητήσεις για τέχνη, εκδηλώνομαι πιο παθιασμένα.
- Σε δημόσιες εμφανίσεις, εκδηλώνομαι πιο κοινωνικά.
- Όταν προκύπτει θέμα πολιτικής, εκδηλώνομαι ανοιχτά υπέρ της αλλαγής.