ξεγυμνώνομαι

ρήμα

1. Βγάζω όλα μου τα ρούχα μένοντας ολόγυμνος.

2. Αποκαλύπτω τον πραγματικό μου εαυτό, τις αδυναμίες ή τα μυστικά μου, εκτιθέμενος ψυχικά ή ηθικά.

3. Χάνω την προστασία, τα μέσα ή τα εφόδιά μου, μένοντας εκτεθειμένος και ανυπεράσπιστος.

Συνώνυμα

γυμνώνομαι γδύνομαι απογυμνώνομαι ξεβρακώνομαι ξεσκεπάζομαι αποκαλύπτομαι εκτίθεμαι απεκδύομαι φανερώνομαι ανοίγομαι αποψιλώνομαι αφοπλίζομαι ξεστολίζομαι

Αντώνυμα

ντύνομαι καλύπτομαι σκεπάζομαι ενδύομαι συγκαλύπτομαι κρύβομαι κουκουλώνομαι θωρακίζομαι προστατεύομαι μασκαρεύομαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ασθενής χρειάστηκε να ξεγυμνωθεί για να τον εξετάσει ο γιατρός.
  • Στην αυτοβιογραφία του ξεγυμνώνεται ψυχικά, μιλώντας ανοιχτά για τα λάθη του παρελθόντος.
  • Μόλις αποκαλύφθηκαν τα ψέματά του, ξεγυμνώθηκε μπροστά σε όλους ο πραγματικός του χαρακτήρας.
  • Με την απώλεια της κρατικής επιδότησης, ο κλάδος ξεγυμνώνεται απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό.