γδύνομαι
ρήμα1. Βγάζω τα ρούχα μου, μένω χωρίς ενδύματα.
2. Αφαιρώ από πάνω μου συγκεκριμένο ρούχο (π.χ. παλτό, σακάκι).
3. (μεταφορικά) Χάνω όλα μου τα χρήματα ή την περιουσία μου, μένω απένταρος.
Συνώνυμα
ξεγυμνώνομαι απογυμνώνομαι απεκδύομαι ξεντύνομαι αποδυόμαι ξεβρακώνομαι τσιτσιδώνομαι ξεκουμπώνομαι ξεστολίζομαι ρημάζομαι αποψιλώνομαι ληστεύομαι ξαρματώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγε στο υπνοδωμάτιο για να γδυθεί και να βάλει τις πιτζάμες του.
- Μόλις φτάσαμε στην παραλία, τα παιδιά γδύθηκαν αμέσως κι έτρεξαν στο νερό.
- Έπαιξε στα χαρτιά όλο του τον μισθό κι απόψε γδύθηκε κανονικά.
- Κάνει πολλή ζέστη εδώ μέσα, δεν γδύνεσαι να μείνεις με το κοντομάνικο;