ξεκουμπώνομαι
ρήμα1. Λύνω ή ανοίγω τα κουμπιά των ενδυμάτων μου.
2. Γίνομαι πιο ανοιχτός, εκδηλωτικός ή ομιλητικός, αποβάλλοντας τη συστολή και εξομολογούμενος σκέψεις ή συναισθήματα.
Συνώνυμα
ανοίγομαι ξεσφίγγομαι λύνομαι ξεθαρρεύω χαλαρώνω εκδηλώνομαι εξομολογούμαι απελευθερώνομαι κουμπιάζομαι ξεδιπλώνομαι αποκαλύπτομαι ξαλαφρώνω αποφορτίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μόλις μπήκε στο ζεστό δωμάτιο, ξεκουμπώθηκε για να δροσιστεί.
- Στην αρχή ήταν πολύ επιφυλακτικός, αλλά μετά από λίγη ώρα ξεκουμπώθηκε και μας είπε τα πάντα.
- Έλα, πιες ένα ποτήρι κρασί να ξεκουμπωθείς λιγάκι.
- Το πουκάμισό του είχε ξεκουμπωθεί καθώς έτρεχε να προλάβει το λεωφορείο.