αναδεικνύομαι
ρήμα1. Ξεχωρίζω, διακρίνομαι ή επιβάλλομαι ανάμεσα σε άλλους χάρη στις ικανότητες, τις επιδόσεις ή την αξία μου· καταξιώνομαι.
2. Ανακηρύσσομαι ή εκλέγομαι σε ένα αξίωμα, έναν ρόλο ή έναν τίτλο.
Συνώνυμα
διακρίνομαι ξεχωρίζω καταξιώνομαι ανακηρύσσομαι διαπρέπω προβάλλομαι επιβάλλομαι πρωτεύω εκλέγομαι λάμπω μεσουρανώ προάγομαι εξαίρομαι φανερώνομαι τονίζομαι
Αντώνυμα
επισκιάζομαι παραγκωνίζομαι παραμερίζομαι υποβιβάζομαι περιθωριοποιούμαι αφανίζομαι ξεπέφτω υστερώ καταποντίζομαι χάνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Με τη σκληρή δουλειά και το ταλέντο του κατάφερε να αναδειχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους επιστήμονες της εποχής μας.
- Η ομάδα αναδείχθηκε πρωταθλήτρια μετά από έναν συγκλονιστικό τελικό.
- Μέσα από αυτόν τον διακριτικό φωτισμό αναδεικνύονται οι λεπτομέρειες του γλυπτού.
- Στις πρόσφατες αρχαιρεσίες αναδείχτηκε νέα πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου.