παραμερίζομαι

ρήμα

1. Μετακινούμαι στο πλάι ή στην άκρη ώστε να αφήσω ελεύθερο πέρασμα ή χώρο.

2. Αποσύρομαι εκούσια από θέση, ρόλο ή δραστηριότητα χάριν άλλου.

3. Τίθεμαι στο περιθώριο, αγνοούμαι ή υποτιμάται η σημασία και η αξία μου από τρίτους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

προβάλλομαι αναδεικνύομαι προωθούμαι επιβάλλομαι πρωταγωνιστώ παρεμβάλλομαι διακρίνομαι προτιμώμαι υπερισχύω

Παραδείγματα χρήσης

  • Μόλις είδε το φορείο να πλησιάζει, παραμερίστηκε αμέσως για να περάσουν οι τραυματιοφορείς.
  • Ένιωσε πικρία όταν συνειδητοποίησε πως παραμερίζεται συστηματικά από τη διοίκηση της εταιρείας.
  • Αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να παραμεριστεί και να δώσει τη σκυτάλη σε νεότερους συναδέλφους.
  • Στις κρίσιμες διαπραγματεύσεις οι προσωπικές διαφορές πρέπει να παραμερίζονται.