παραβλέπομαι
ρήμα1. Δεν λαμβάνομαι υπόψη, αγνοούμαι ή παραμελούμαι σκόπιμα ή ακούσια.
2. Συγχωρούμαι, προσπερνιέμαι χωρίς να δοθεί σημασία ή να επιβληθεί τιμωρία (για σφάλμα, ατόπημα).
Συνώνυμα
αγνοούμαι παραγνωρίζομαι παρακάμπτομαι παραμελούμαι προσπερνιέμαι αποσιωπώμαι αμελούμαι υποτιμώμαι απαξιώνομαι λησμονιέμαι ξεχνιέμαι συγχωρούμαι συγκαλύπτομαι υποβαθμίζομαι
Αντώνυμα
υπολογίζομαι επισημαίνομαι αναγνωρίζομαι παρατηρούμαι υπογραμμίζομαι εκτιμώμαι ελέγχομαι τονίζομαι καταλογίζομαι εξαίρομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Τέτοιου είδους σοβαρές παραλείψεις δεν μπορούν να παραβλεφθούν από τη διοίκηση.
- Ένιωθε διαρκώς πικρία, καθώς η συνεισφορά του στην εταιρεία παραβλεπόταν από τους ανωτέρους του.
- Ένα μικρό τυπογραφικό λάθος μπορεί εύκολα να παραβλεφθεί κατά τη διάρκεια της γρήγορης ανάγνωσης.
- Στην τελική έκθεση αξιολόγησης παραβλέπονται οι ασήμαντες λεπτομέρειες για χάρη της ουσίας.