απαξιώνομαι

ρήμα

1. Χάνω την εκτίμηση, το κύρος ή την υπόληψή μου· υποτιμώμαι, περιφρονούμαι ή ευτελίζομαι στα μάτια των άλλων.

2. Χάνω την οικονομική, εμπορική ή λειτουργική μου αξία με την πάροδο του χρόνου ή λόγω φθοράς και αχρηστίας.

Συνώνυμα

υποτιμώμαι υποβαθμίζομαι ευτελίζομαι περιφρονούμαι καταφρονούμαι εξευτελίζομαι μειώνομαι παραγκωνίζομαι περιθωριοποιούμαι εκμηδενίζομαι παραμερίζομαι ξεφτιλίζομαι αχρηστεύομαι χαντακώνομαι παραμελούμαι σνομπάρομαι

Αντώνυμα

καταξιώνομαι αναβαθμίζομαι εκτιμώμαι αξιοποιούμαι αναγνωρίζομαι τιμώμαι υπολογίζομαι επιβραβεύομαι προβάλλομαι εξυμνούμαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά τις αποκαλύψεις για τη διαφθορά, ο θεσμός απαξιώθηκε πλήρως στη συνείδηση των πολιτών.
  • Ένιωσε να απαξιώνεται επαγγελματικά όταν της αφαίρεσαν κάθε ουσιαστική αρμοδιότητα.
  • Λόγω της ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης, τα παλαιότερα μηχανήματα του εργοστασίου απαξιώνονται πολύ γρήγορα.
  • Δεν πρέπει να επιτρέπεις σε κανέναν να σε συμπεριφέρεται με τρόπο που σε κάνει να απαξιώνεσαι.