υπολογίζομαι

ρήμα

1. Προσδιορίζεται αριθμητικά μέσω μαθηματικών πράξεων, μέτρησης ή εκτίμησης (μέγεθος, ποσότητα, κόστος, χρόνος).

2. Λαμβάνομαι υπόψη, συμπεριλαμβάνομαι ως παράγοντας ή στοιχείο σε έναν υπολογισμό ή σχέδιο.

Συνώνυμα

λογαριάζομαι εκτιμώμαι αποτιμώμαι προϋπολογίζομαι συνυπολογίζομαι προσμετριέμαι λογίζομαι θεωρούμαι συγκαταλέγομαι συμπεριλαμβάνομαι κοστολογούμαι μετριέμαι προσδιορίζομαι προβλέπομαι εικάζομαι

Αντώνυμα

αγνοούμαι παραβλέπομαι περιφρονούμαι υποτιμώμαι απαξιώνομαι αψηφούμαι εξαιρούμαι παραμελούμαι παρακάμπτομαι ξεχνιέμαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Το συνολικό κόστος των ζημιών υπολογίζεται σε δεκάδες χιλιάδες ευρώ.
  • Παρά τη νεαρή ηλικία του, υπολογίζεται από όλους ως ένας επικίνδυνος αντίπαλος.
  • Στον τελικό βαθμό υπολογίζονται τόσο οι γραπτές εξετάσεις όσο και η προφορική συμμετοχή.
  • Η ώρα άφιξης του τρένου υπολογιζόταν γύρω στα μεσάνυχτα.