καταποντίζομαι
ρήμα1. Βυθίζομαι ολοκληρωτικά στο νερό ή σε άλλο υγρό, χάνω την επιπλέονση και κατεβαίνω στον βυθό.
2. Υφίσταμαι απότομη και σημαντική πτώση σε αξία, επιδόσεις, θέση ή λειτουργία, μέχρι ουσιαστικής υποβάθμισης ή καταστροφής.
Συνώνυμα
βυθίζομαι καταβυθίζομαι βυθίζω βουλιάζω καταποντίζω καταρρέω χρεοκοπώ πέφτω καταστρέφομαι κατρακυλάω πνίγομαι εξαφανίζομαι κατρακυλώ παρακμάζω κατεβαίνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Καθώς το πλοίο έμπαζε νερά, ένιωσα ότι καταποντίζομαι.
- Μετά την ήττα, καταποντίζομαι από απελπισία.
- Αν συνεχίσουν οι χρεώσεις, καταποντίζομαι οικονομικά.
- Με τόσες δουλειές, καθημερινά καταποντίζομαι από το άγχος.
- Με την πάροδο του χρόνου φοβάμαι πως καταποντίζομαι στη λήθη.