ανύψωμα
ουσιαστικό1. Μικρός λόφος ή τμήμα εδάφους που εξέχει από τη γύρω επιφάνεια.
2. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του να σηκώνεται κάτι ψηλότερα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι στρατιώτες οχυρώθηκαν στο ανύψωμα για να έχουν καλύτερη εποπτεία της πεδιάδας.
- Από το μικρό εκείνο ανύψωμα μπορούσες να διακρίνεις ολόκληρο τον κόλπο μέχρι το λιμάνι.
- Το αυτοκίνητο δυσκολεύτηκε να περάσει το απότομο ανύψωμα του χωματόδρομου.
- Τα φυσικά ανυψώματα της περιοχής προσέφεραν προστασία από τις συχνές πλημμύρες του ποταμού.