αξιοπρόσεκτος

επίθετο

1. Που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή λόγω της σημασίας, της ποιότητας ή της σπουδαιότητάς του.

2. Που γίνεται εύκολα αντιληπτός, που ξεχωρίζει με εμφανή τρόπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πρόοδος που σημείωσε στα μαθηματικά μέσα σε λίγους μήνες ήταν πραγματικά αξιοπρόσεκτη.
  • Παρουσίασε μια αξιοπρόσεκτη μελέτη για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος.
  • Δεν υπήρξε καμία αξιοπρόσεκτη διαφορά ανάμεσα στα δύο δείγματα που εξετάστηκαν.
  • Ο νέος σκηνοθέτης έκανε ένα αξιοπρόσεκτο ξεκίνημα στον χώρο του κινηματογράφου.