απαθώς
επίρρημα1. Χωρίς εκδήλωση συναισθημάτων, συγκίνησης ή ενδιαφέροντος· με ψυχρότητα ή αδιαφορία.
2. Με απόλυτη ηρεμία, αταραξία και αυτοκυριαρχία απέναντι σε δύσκολες, κρίσιμες ή προκλητικές καταστάσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συγκινημένα συναισθηματικά παθιασμένα ταραγμένα θερμά ευαίσθητα εκδηλωτικά έντονα ανήσυχα παρορμητικά έξαλλα
Παραδείγματα χρήσης
- Άκουσε την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου εντελώς απαθώς, χωρίς να συσπαστεί ούτε ένας μυς του προσώπου του.
- Δεν μπορείς να παρακολουθείς απαθώς τέτοιες αδικίες χωρίς να παίρνεις θέση.
- Αντιμετώπισε τις προκλήσεις και τις ύβρεις των αντιπάλων του απαθώς, αρνούμενος να παρασυρθεί σε καβγά.
- Στεκόταν απαθώς μπροστά στα συντρίμμια του σπιτιού του, έχοντας προφανώς υποστεί βαθύ σοκ.