ακλόνητα

επίρρημα

1. Με τρόπο στέρεο και ασάλευτο, χωρίς να μετακινείται ή να τραντάζεται.

2. Με απόλυτη ψυχική ή πνευματική σταθερότητα, αποφασιστικότητα και ακλόνητη πίστη, χωρίς υποχωρήσεις ή αμφιταλαντεύσεις.

Συνώνυμα

ακράδαντα αδιάσειστα ασάλευτα αμετακίνητα ατράνταχτα απαρασάλευτα σταθερά στερεά ανυποχώρητα αδιαμφισβήτητα αδιαφιλονίκητα απαρέγκλιτα σθεναρά αμετάκλητα αναμφισβήτητα αποφασιστικά παγίως αδιάλλακτα

Αντώνυμα

άστατα ασταθώς ευμετάβλητα σαθρά επισφαλώς αβέβαια μετέωρα αμφίβολα διστακτικά χαλαρά

Παραδείγματα χρήσης

  • Πίστευε ακλόνητα στις δυνατότητές της, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε καθημερινά.
  • Τα θεμέλια του αρχαίου κάστρου στέκονται ακόμη ακλόνητα στο πέρασμα των αιώνων.
  • Υπερασπίστηκε ακλόνητα τις αρχές και τα ιδανικά του ενώπιον των επικριτών του.
  • Τα επιστημονικά ευρήματα απέδειξαν ακλόνητα τη βασιμότητα της αρχικής θεωρίας.