διστακτικά
επίρρημα1. Με τρόπο που φανερώνει δισταγμό, αναποφασιστικότητα ή αμφιβολία κατά την εκτέλεση μιας ενέργειας.
2. Με συστολή, ντροπή ή έλλειψη αυτοπεποίθησης.
3. Με επιφύλαξη και ιδιαίτερη προσοχή λόγω αβεβαιότητας ή φόβου.
Συνώνυμα
αναποφάσιστα άτολμα δειλά επιφυλακτικά αμφιταλαντευόμενα αβέβαια συγκρατημένα συνεσταλμένα ντροπαλά φοβισμένα κουμπωμένα μαγκωμένα σκεπτικά προσεκτικά δυσπιστικά
Αντώνυμα
αποφασιστικά αδίστακτα τολμηρά θαρραλέα ανεπιφύλακτα ευθαρσώς σίγουρα απτόητα απερίφραστα ασυγκράτητα
Παραδείγματα χρήσης
- Πλησίασε διστακτικά το μικρόφωνο και άρχισε να μιλάει με χαμηλή φωνή.
- Σήκωσε διστακτικά το χέρι της για να διατυπώσει μια ερώτηση στον καθηγητή.
- Παρόλο που τον κάλεσαν να περάσει, έκανε μερικά βήματα διστακτικά προς το σαλόνι.
- Απάντησε διστακτικά, φοβούμενος μήπως προδώσει κατά λάθος το μυστικό.