αποφασιστικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που εκφράζει αποφασιστικότητα, με βεβαιότητα και σταθερή πρόθεση για δράση.

2. Με τρόπο που επιφέρει ή υποστηρίζει μια καθοριστική, τελική απόφαση ή λύση σε θέμα ή κατάσταση.

Συνώνυμα

αποφασισμένα σθεναρά αταλάντευτα ακλόνητα κατηγορηματικά καθοριστικά οριστικά σταθερά τολμηρά σταράτα ευθαρσώς δραστικά αναντίρρητα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πρόεδρος αντέδρασε αποφασιστικά απέναντι στις παραβιάσεις των κανόνων.
  • Ο γιατρός έδρασε αποφασιστικά και σταμάτησε την αιμορραγία.
  • Οι νέες αποκαλύψεις επέδρασαν αποφασιστικά στην έκβαση της υπόθεσης.
  • Πρέπει να πράξεις αποφασιστικά, αλλιώς θα χαθεί η ευκαιρία.
  • Δεν απάντησε αποφασιστικά στο ερώτημα, γεγονός που προβλημάτισε την επιτροπή.