αποδυναμώνομαι
ρήμα1. Χάνω δύναμη, ισχύ ή αποτελεσματικότητα και γίνομαι λιγότερο ικανός να δράσω.
2. Υποβαθμίζομαι σταδιακά σε ένταση, επιρροή ή σημασία λόγω φθοράς, ελλείψεων ή εξωτερικών παραγόντων.
Συνώνυμα
εξασθενώ αδυνατίζω υπονομεύομαι εξαντλούμαι μειώνομαι ελαττώνομαι υποχωρώ παρακμάζω καταρρέω υποβαθμίζομαι φθείρομαι αποσυντίθεμαι σβήνω απενεργοποιούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με την ασθένεια και την κούραση, αποδυναμώνομαι φυσικά.
- Λόγω των λαθών στη διοίκηση, αποδυναμώνομαι πολιτικά.
- Όταν δεν κοιμάμαι αρκετά, αποδυναμώνομαι ψυχικά και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.
- Κάθε νέο αντίθετο στοιχείο με κάνει να αποδυναμώνομαι επιχειρηματολογικά.
- Αν οι πωλήσεις πέσουν, αποδυναμώνομαι οικονομικά.