απονέμω
ρήμα1. Χορηγώ ή παραχωρώ επίσημα τιμητική διάκριση, τίτλο, βραβείο ή έπαινο.
2. Αποδίδω ή εφαρμόζω έννομη τάξη και κρίση (ιδίως για τη δικαιοσύνη).
3. Προσφέρω ή εκδηλώνω σεβασμό, τιμή ή αναγνώριση προς κάποιον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στον διακεκριμένο επιστήμονα απονεμήθηκε το Νόμπελ Ιατρικής για το πρωτοποριακό του έργο.
- Το δικαστήριο οφείλει να απονέμει δικαιοσύνη ανεπηρέαστο από πολιτικές ή κοινωνικές πιέσεις.
- Ο δήμαρχος απένειμε τιμητική πλακέτα στους εθελοντές πυροσβέστες για την αυτοθυσία τους.
- Κατά την τελετή αποφοίτησης, οι καθηγητές απονέμουν τα πτυχία στους νέους αποφοίτους.