αποσβολώνομαι
ρήμαΜένω άναυδος, σαστισμένος ή ανίκανος να αντιδράσω και να μιλήσω εξαιτίας έντονης έκπληξης, κατάπληξης, αιφνιδιασμού ή αμηχανίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μόλις άκουσε τα απροσδόκητα νέα, αποσβολώθηκε και δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε λέξη.
- Όλοι στο ακροατήριο αποσβολώθηκαν από την πρωτοφανή τόλμη των δηλώσεών της.
- Μην αποσβολώνεσαι κάθε φορά που σου ασκούν κριτική· προσπάθησε να απαντάς με ψυχραιμία.
- Έμεινε να κοιτάζει το θέαμα εντελώς αποσβολωμένος, ανίκανος να κινηθεί ή να ζητήσει βοήθεια.