σοκάρομαι
ρήμα1. Δέχομαι ισχυρό ψυχικό κλονισμό ή αιφνιδιάζομαι έντονα από κάτι απρόσμενο, δυσάρεστο ή βίαιο.
2. Σκανδαλίζομαι ή νιώθω βαθιά ενόχληση από λόγια, πράξεις ή θεάματα που έρχονται σε αντίθεση με τις ηθικές αρχές ή τα κοινωνικά πρότυπα.
Συνώνυμα
συγκλονίζομαι σκανδαλίζομαι κλονίζομαι ταράζομαι αποσβολώνομαι εμβροντώμαι κεραυνοβολούμαι καταπλήσσομαι φρίττω πανικοβάλλομαι αναστατώνομαι εκπλήσσομαι παγώνω απολιθώνομαι ξαφνιάζομαι προσβάλλομαι ανατριχιάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σοκαρίστηκα όταν αντίκρισα το μέγεθος των ζημιών από τη φωτιά.
- Οι συντηρητικοί θεατές σοκάρονται εύκολα από τις τολμηρές θεατρικές παραστάσεις.
- Όλοι σοκαριστήκαμε στο άκουσμα της ξαφνικής είδησης του θανάτου του.
- Μην προσπαθείς να με τρομάξεις, δεν σοκάρομαι πια με τέτοια αστεία.