αποσβολώνομαι

ρήμα

Μένω άναυδος, σαστισμένος ή ανίκανος να αντιδράσω και να μιλήσω εξαιτίας έντονης έκπληξης, κατάπληξης, αιφνιδιασμού ή αμηχανίας.

Συνώνυμα

σαστίζω κοκαλώνω μαρμαρώνω πετρώνω εμβροντώμαι καταπλήσσομαι παγώνω απολιθώνομαι κεραυνοβολούμαι αποβλακώνομαι εκπλήσσομαι σοκάρομαι κουφαίνομαι παραλύω αλαλιάζω ζαβλακώνομαι θολώνω

Αντώνυμα

συνέρχομαι ανανήφω αντιδρώ αναθαρρώ ξεμπλοκάρω ψυχραιμώ ετοιμολογώ ξεθαρρεύω επανακάμπτω

Παραδείγματα χρήσης

  • Μόλις άκουσε τα απροσδόκητα νέα, αποσβολώθηκε και δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε λέξη.
  • Όλοι στο ακροατήριο αποσβολώθηκαν από την πρωτοφανή τόλμη των δηλώσεών της.
  • Μην αποσβολώνεσαι κάθε φορά που σου ασκούν κριτική· προσπάθησε να απαντάς με ψυχραιμία.
  • Έμεινε να κοιτάζει το θέαμα εντελώς αποσβολωμένος, ανίκανος να κινηθεί ή να ζητήσει βοήθεια.