αποσπάω

ρήμα

1. Αφαιρώ ή ξεκολλώ κάτι από ένα σύνολο ή από την επιφάνεια στην οποία είναι στερεωμένο.

2. Κατορθώνω να πάρω ή να κερδίσω κάτι με προσπάθεια, επιμονή ή πίεση.

3. Απομακρύνω την προσοχή, το ενδιαφέρον ή τη σκέψη κάποιου από κάτι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δυνατός άνεμος κατάφερε να αποσπάσει μερικά κεραμίδια από τη στέγη.
  • Η θεατρική παράσταση κατάφερε να αποσπάσει το θερμό χειροκρότημα του κοινού.
  • Κλείσε το κινητό σου για να μην σου αποσπά την προσοχή την ώρα που μελετάς.
  • Ο δημόσιος υπάλληλος αποσπάστηκε προσωρινά σε άλλη υπηρεσία της περιφέρειας.