αποσταθεροποιώ

ρήμα

1. Κλονίζω ή καταστρέφω τη σταθερότητα, την ασφάλεια ή την ομαλή λειτουργία ενός συστήματος, θεσμού, κράτους ή μιας οικονομίας.

2. Διαταράσσω τη φυσική ισορροπία ή τη σταθερή θέση σώματος ή αντικειμένου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι ραγδαίες αυξήσεις στα καύσιμα απειλούν να αποσταθεροποιήσουν την οικονομία της χώρας.
  • Η ξαφνική παραίτηση των υπουργών αποσταθεροποίησε την κυβέρνηση και οδήγησε σε πρόωρες εκλογές.
  • Ένα αδέξιο βήμα στον πάγο αρκεί για να σε αποσταθεροποιήσει και να πέσεις.
  • Οι εχθρικές δυνάμεις επιχειρούν να αποσταθεροποιήσουν το ηθικό του πληθυσμού μέσω της παραπληροφόρησης.