αποτρεπτικός
επίθετο1. Που αποτρέπει, που έχει τη δύναμη ή τον σκοπό να εμποδίσει κάποιον από το να προβεί σε μια ανεπιθύμητη ή επιζήμια ενέργεια.
2. Που λειτουργεί αποθαρρυντικά ή απωθητικά, προκαλώντας δισταγμό λόγω δυσκολίας, κόστους ή άλλων αρνητικών παραγόντων.
Συνώνυμα
ανασταλτικός αποθαρρυντικός ανασχετικός προληπτικός εμποδιστικός παρεμποδιστικός απαγορευτικός αναχαιτιστικός απωθητικός εκφοβιστικός περιοριστικός κατασταλτικός ασύμφορος αποκρουστικός
Αντώνυμα
προτρεπτικός ενθαρρυντικός παρακινητικός δελεαστικός ελκυστικός διευκολυντικός υποκινητικός υποβοηθητικός ευνοϊκός προαγωγικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η χώρα διατηρεί ισχυρές ένοπλες δυνάμεις με καθαρά αποτρεπτικό χαρακτήρα.
- Το υπερβολικά υψηλό κόστος των διδάκτρων λειτούργησε ως αποτρεπτικός παράγοντας για πολλούς υποψηφίους.
- Η παρουσία καμερών ασφαλείας έχει συνήθως αποτρεπτική επίδραση σε επίδοξους διαρρήκτες.
- Η αυστηροποίηση των ποινών εφαρμόστηκε για λόγους αποτρεπτικούς, ώστε να μειωθούν οι παραβάσεις.