αποψίλωση
ουσιαστικό1. Αφαίρεση ή καταστροφή των δέντρων και της φυτικής κάλυψης μιας περιοχής.
2. Πλήρης αφαίρεση τριχώματος από το δέρμα ή επιφανειακού καλύμματος.
3. Μεταφορικά, η στέρηση ή σταδιακή αφαίρεση στελεχών, αρμοδιοτήτων ή μέσων από έναν οργανισμό ή υπηρεσία.
Συνώνυμα
αποδάσωση εκχέρσωση απογύμνωση γύμνωση αποστελέχωση αποτρίχωση υλοτόμηση αποδυνάμωση αφαίμαξη ερήμωση ξερίζωμα ξήλωμα στέρηση αφαίρεση λεηλασία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανεξέλεγκτη αποψίλωση των τροπικών δασών του Αμαζονίου επιταχύνει τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
- Οι συνδικαλιστές κατήγγειλαν τη συστηματική αποψίλωση του νοσοκομείου από έμπειρο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.
- Μετά τις καλοκαιρινές πυρκαγιές, η παντελής αποψίλωση της πλαγιάς προκάλεσε εκτεταμένες κατολισθήσεις με τις πρώτες βροχές.
- Το νέο νομοσχέδιο οδήγησε στην ουσιαστική αποψίλωση των αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης.