απρόσφορος
επίθετο1. Που δεν προσφέρεται, δεν είναι κατάλληλος ή βολικός για έναν συγκεκριμένο σκοπό ή περίσταση.
2. Που δεν ευνοεί μια εξέλιξη ή επιδίωξη· δυσμενής, ασύμφορος ή αναποτελεσματικός.
Συνώνυμα
ακατάλληλος ασύμφορος ατελέσφορος αναποτελεσματικός άβολος άκαιρος δυσμενής αντίξοος ανάρμοστος αταίριαστος ανεπιτήδειος άστοχος άγονος ανεπαρκής άχρηστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο αποδείχθηκε απρόσφορο για την ουσιαστική επίλυση του προβλήματος.
- Η συγκεκριμένη χρονική συγκυρία ήταν εντελώς απρόσφορη για την ανάληψη μιας τέτοιας επιχειρηματικής πρωτοβουλίας.
- Στο ποινικό δίκαιο γίνεται διάκριση για την απρόσφορη απόπειρα, όταν το μέσο που χρησιμοποιήθηκε αδυνατούσε εκ των πραγμάτων να επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
- Το έδαφος της περιοχής κρίθηκε απρόσφορο για δενδροκαλλιέργειες λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε άλατα.