απόσβεση
ουσιαστικό1. Σταδιακή εξόφληση οικονομικής οφειλής, δανείου ή ανάκτηση του αρχικού κόστους μιας επένδυσης.
2. Λογιστική καταγραφή της μείωσης της αξίας περιουσιακών στοιχείων λόγω χρήσης, χρόνου ή απαξίωσης.
Συνώνυμα
εξόφληση αποπληρωμή κατάσβεση εξασθένηση άμβλυνση απορρόφηση μετριασμός ελάττωση μείωση σβήσιμο ανάκτηση κάλυψη καταστολή κατευνασμός αναχαίτιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόσβεση του τραπεζικού δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε είκοσι ετήσιες δόσεις.
- Τα αμορτισέρ του αυτοκινήτου εξασφαλίζουν αποτελεσματική απόσβεση των κραδασμών στις ανωμαλίες του οδοστρώματος.
- Υπολογίζεται ότι η απόσβεση της αρχικής επένδυσης για τα φωτοβολταϊκά θα ολοκληρωθεί εντός πενταετίας.
- Η σταδιακή απόσβεση των ηχητικών κυμάτων επέτρεψε την καθαρότερη καταγραφή του σήματος.