κλιμάκωση
ουσιαστικό1. Σταδιακή αύξηση της έντασης, του μεγέθους ή της σοβαρότητας μιας κατάστασης, ιδίως σύγκρουσης, βίας ή κρίσης.
2. Διάταξη, κατανομή ή ρύθμιση στοιχείων κατά βαθμίδες, κλίμακες ή διαδοχικά στάδια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αποκλιμάκωση ύφεση εκτόνωση κατευνασμός εξομάλυνση υποχώρηση μείωση περιορισμός αποσυμπίεση κατασίγαση
Παραδείγματα χρήσης
- Η διεθνής κοινότητα εκφράζει έντονη ανησυχία για την περαιτέρω κλιμάκωση των εχθροπραξιών στα σύνορα.
- Οι συνδικαλιστές αποφάσισαν την κλιμάκωση των απεργιακών κινητοποιήσεων μέσα στην επόμενη εβδομάδα.
- Η φορολογική πολιτική προβλέπει δίκαιη κλιμάκωση των συντελεστών ανάλογα με το εισόδημα.
- Οι προσπάθειες των διπλωματών στοχεύουν στην αποτροπή οποιασδήποτε νέας κλιμάκωσης της κρίσης.