αποκλιμάκωση
ουσιαστικό1. Σταδιακή μείωση, εκτόνωση ή κατευνασμός της έντασης, μιας κρίσης ή μιας πολεμικής σύγκρουσης.
2. Βαθμιαία ελάττωση ενός μεγέθους, μιας τιμής ή ενός ρυθμού.
Συνώνυμα
εκτόνωση αποφόρτιση ύφεση κατευνασμός καταπράυνση κατασίγαση εξομάλυνση υποχώρηση κάμψη μείωση ελάττωση χαλάρωση ηρέμηση πτώση καλμάρισμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι διπλωματικές προσπάθειες στοχεύουν στην άμεση αποκλιμάκωση της στρατιωτικής κρίσης στα σύνορα.
- Η σταδιακή μείωση των επιτοκίων συνέβαλε στην αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων στην αγορά.
- Χρειάζονται ψύχραιμες κινήσεις και από τις δύο πλευρές για την αποκλιμάκωση της κατάστασης.
- Μετά τις χθεσινές ανακοινώσεις παρατηρείται μια σχετική αποκλιμάκωση των κινητοποιήσεων.