ασκώ
ρήμα1. Εκπαιδεύω, γυμνάζω ή αναπτύσσω το σώμα, το πνεύμα ή μια ικανότητα.
2. Εφαρμόζω ή επιβάλλω εξουσία, επιρροή, πίεση ή βία.
3. Κάνω χρήση νόμιμου δικαιώματος, ενδίκου μέσου ή καθήκοντος.
4. Απασχολούμαι επαγγελματικά με συγκεκριμένο τομέα ή τέχνη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δικηγόρος ασκεί το λειτούργημά του με υποδειγματική ευσυνειδησία.
- Η αντιπολίτευση άσκησε έντονη κριτική στους χειρισμούς των υπουργών.
- Η διοίκηση άσκησε αφόρητη πίεση στους εργαζομένους για να δεχτούν τις υπερωρίες.
- Ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης.
- Προσπαθεί καθημερινά να ασκεί το μυαλό του διαβάζοντας βιβλία και λύνοντας γρίφους.