αυταρέσκεια
ουσιαστικόΥπέρμετρη ικανοποίηση και ευαρέσκεια που νιώθει κάποιος για τον εαυτό του, τα επιτεύγματα, τις ικανότητες ή την εξωτερική του εμφάνιση, η οποία συχνά συνοδεύεται από έπαρση ή ματαιοδοξία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
μετριοφροσύνη ταπεινοφροσύνη ταπεινότητα σεμνότητα αυτοκριτική αυτοαμφισβήτηση αυτομεμψία αυτοϋποτίμηση ανασφάλεια
Παραδείγματα χρήσης
- Το χαμόγελο γεμάτο αυταρέσκεια πρόδιδε την υπέρμετρη σιγουριά για την επιτυχία του.
- Παρά τις διεθνείς διακρίσεις της, ποτέ δεν έπεσε στην παγίδα της αυταρέσκειας και παρέμεινε προσιτή.
- Κοιταζόταν στον καθρέφτη με εμφανή αυταρέσκεια, διορθώνοντας συνεχώς τα μαλλιά του.
- Η πρόσκαιρη νίκη τούς γέμισε με επικίνδυνη αυταρέσκεια, με αποτέλεσμα να υποτιμήσουν τον αντίπαλο.