ταπεινότητα
ουσιαστικόΗ ιδιότητα του να μην επιδεικνύει κάποιος έπαρση ή υπερβολική αυτοεκτίμηση, να αποδέχεται τα όριά του και τις αδυναμίες του, να εκφράζει διακριτικότητα και σεβασμό προς τους άλλους και να αποφεύγει την αυτοπροβολή.
Συνώνυμα
ταπεινοφροσύνη μετριοφροσύνη σεμνότητα πραότητα ταπείνωση απλότητα μειλιχιότητα ευπρέπεια υπακοή υποταγή ηπιότητα ανεπιτήδευση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταπεινότητα είναι αρετή που εκτιμούμε στους ηγέτες.
- Τον χαρακτήριζε η ταπεινότητα με την οποία αποδέχτηκε τα λάθη του.
- Μίλησε με ταπεινότητα, χωρίς να υπερβάλει για τα επιτεύγματά του.
- Η ταπεινότητα του σπιτιού αντανακλά την απλότητα της ζωής τους.
- Στον εκκλησιαστικό λόγο, η ταπεινότητα θεωρείται δρόμος προς τη σωτηρία.