μεγαλοπρέπεια
άλλοΗ επιβλητική και λαμπρή εντύπωση που προκαλεί κάτι λόγω μεγάλου μεγέθους, πολυτέλειας ή έντονης παρουσίας.
Συνώνυμα
μεγαλείο μεγαλειότητα επιβλητικότητα λαμπρότητα αίγλη επισημότητα αρχοντιά βαρύτητα δόξα πολυτέλεια σπουδαιότητα αλαζονεία υπερηφάνεια
Αντώνυμα
ταπεινότητα σεμνότητα απλότητα μικροπρέπεια χυδαιότητα μικρότητα μετριοφροσύνη κοινοτοπία ασχήμια ελαφρότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκκλησία εκπέμπει μεγαλοπρέπεια.
- Η τελετή διεξήχθη με μεγαλοπρέπεια και αυστηρό πρωτόκολλο.
- Αντιμετώπισε την ήττα με μεγαλοπρέπεια, χωρίς παράπονα.
- Η υπερβολική μεγαλοπρέπεια της διακόσμησης έκανε το δωμάτιο να φαίνεται ψεύτικο.
- Η θέα του βουνού έδινε στην κοιλάδα μια σιωπηλή μεγαλοπρέπεια.