θρασύτητα
άλλοΤρόπος συμπεριφοράς που εκδηλώνεται με υπερβολική τόλμη, απουσία σεβασμού προς τους άλλους ή τους κανόνες, και συχνά με προκλητική στάση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θρασύτητα του μαθητή να απαντήσει έτσι στον καθηγητή μάς εξέπληξε.
- Με μεγάλη θρασύτητα ζήτησε να αγνοήσουν το λάθος του.
- Δεν μπορώ να ανεχτώ τη θρασύτητα με την οποία μιλά στους άλλους.
- Η θρασύτητα στην έκφρασή του έγινε αμέσως αντιληπτή.
- Η απίστευτη θρασύτητα της πράξης του προκάλεσε αντιδράσεις.