αυταρχία

ουσιαστικό

1. Μορφή διακυβέρνησης ή πολιτικό καθεστώς όπου η εξουσία ασκείται απόλυτα και δεσποτικά από ένα άτομο ή μία ομάδα, χωρίς δημοκρατικό έλεγχο και συνταγματικούς περιορισμούς.

Συνώνυμα

απολυταρχία αυταρχισμός δεσποτισμός αυτοκρατία τυραννία τυραννίδα δικτατορία μονοκρατορία δεσποτεία ολοκληρωτισμός αυθαιρεσία ανελευθερία καταπίεση απολυτότητα φασισμός

Αντώνυμα

δημοκρατία ελευθερία πολυφωνία φιλελευθερισμός ανεκτικότητα διαλλακτικότητα λαοκρατία ισονομία συμμετοχικότητα ισηγορία

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο λαός εξεγέρθηκε ενάντια στην πολυετή αυταρχία του στρατιωτικού καθεστώτος.
  • Η αυταρχία της διεύθυνσης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και απεργιακές κινητοποιήσεις στους εργαζομένους.
  • Μετά από δεκαετίες αυταρχίας, η χώρα κατάφερε να αποκαταστήσει τους δημοκρατικούς της θεσμούς.
  • Τα παιδιά μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον πατρικής αυταρχίας, όπου κάθε αντίθετη γνώμη τιμωρούνταν αυστηρά.