βάλλω

ρήμα

1. Ρίχνω πυρά, βλήματα ή πυρομαχικά με όπλο εναντίον συγκεκριμένου στόχου.

2. Επιτίθεμαι έντονα με λόγια, ασκώ δριμεία κριτική, καταφέρομαι εναντίον κάποιου.

3. (Λόγιο) Ρίχνω, τοποθετώ ή θέτω.

Συνώνυμα

πυροβολώ καταφέρομαι επιτίθεμαι πλήττω χτυπώ βομβαρδίζω κανονιοβολώ επικρίνω κατηγορώ κατακρίνω στηλιτεύω μέμφομαι ψέγω πολεμώ ρίχνω εκτοξεύω λοιδορώ θέτω βάζω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πυροβολικό βάλλει αδιάκοπα εναντίον των εχθρικών οχυρώσεων.
  • Ο πολιτικός αρχηγός έβαλε με σφοδρότητα κατά των νέων οικονομικών μέτρων.
  • Η ελευθερία του τύπου συχνά βάλλεται από αυταρχικά καθεστώτα.
  • Δεν μπορείς να βάλλεις διαρκώς εναντίον των συνεργατών σου για δικές σου αστοχίες.