λοιδορώ
ρήμα1. Χλευάζω, εμπαίζω ή περιγελώ κάποιον δημόσια και κακόβουλα.
2. Προσβάλλω, εξυβρίζω ή κατακρίνω με περιφρονητικά και απαξιωτικά λόγια.
Συνώνυμα
χλευάζω εμπαίζω περιγελώ μυκτηρίζω γελοιοποιώ διασύρω κοροϊδεύω ειρωνεύομαι διαπομπεύω ονειδίζω καθυβρίζω διακωμωδώ προσβάλλω ευτελίζω κακολογώ αποδοκιμάζω κατακρίνω γιουχάρω ψέγω ταπεινώνω σατιρίζω καταφρονώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αντί να εξετάσουν σοβαρά τις προτάσεις του, προτίμησαν να τον λοιδορήσουν.
- Ο αντιπολιτευόμενος τύπος λοιδορούσε συστηματικά τις αποφάσεις της κυβέρνησης.
- Πολλοί πρωτοπόροι επιστήμονες λοιδορήθηκαν στην εποχή τους, προτού αναγνωριστεί η αξία των ανακαλύψεών τους.
- Δεν ανέχομαι να με λοιδορείς μπροστά στους συνεργάτες μου με τέτοιο ειρωνικό ύφος.