σατιρίζω
ρήμα1. Διακωμωδώ ή χλευάζω πρόσωπα, καταστάσεις, ελαττώματα ή κοινωνικά φαινόμενα μέσω της σάτιρας, με σκοπό την κριτική ή τη διασκέδαση.
2. Κοροϊδεύω ή περιγελώ κάποιον ή κάτι με ειρωνικό, πνευματώδη ή σκωπτικό τρόπο.
Συνώνυμα
διακωμωδώ σκώπτω ειρωνεύομαι περιγελώ γελοιοποιώ χλευάζω εμπαίζω λοιδορώ μυκτηρίζω κοροϊδεύω καυτηριάζω στηλιτεύω ψέγω πειράζω δουλεύω κράζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συγγραφέας στο νέο του έργο σατιρίζει με οξύτητα τα κακώς κείμενα της πολιτικής ζωής.
- Στην επιθεώρηση σατιρίστηκαν με εξαιρετικό χιούμορ οι υπερβολές της τηλεόρασης.
- Πολλοί γελοιογράφοι σατίρισαν τα μέτρα της κυβέρνησης μέσα από τα σκίτσα τους.
- Δεν είχε πρόθεση να τον προσβάλει, απλώς σατίριζε τις ιδιορρυθμίες του χαρακτήρα του.