εξυμνώ
ρήμα1. Εκφράζω μεγάλο θαυμασμό, πλέκω το εγκώμιο και επαινώ με ενθουσιασμό κάποιον ή κάτι.
2. Αποδίδω τιμή, σεβασμό ή λατρεία στο θείο ή σε ιερά πρόσωπα μέσω ύμνων και προσευχών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ποιητής στο νέο του έργο εξυμνεί τις φυσικές ομορφιές της πατρίδας του.
- Όλοι οι κριτικοί θεάτρου εξύμνησαν την απαράμιλλη ερμηνεία της πρωταγωνίστριας.
- Στο άρθρο του ο δημοσιογράφος εξυμνούσε τα επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής μας.
- Με τον λόγο του θέλησε να εξυμνήσει την αυτοθυσία και το θάρρος των διασωστών.