ειρωνεύομαι

ρήμα

1. Μιλώ ή συμπεριφέρομαι με ειρωνεία, χλευάζοντας ή διακωμωδώντας κάποιον ή κάτι.

2. (για τη μοίρα, την τύχη κλπ.) Διαψεύδω με σκληρό, παράδοξο ή απροσδόκητο τρόπο τις ελπίδες και τα σχέδια κάποιου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μη με ειρωνεύεσαι όταν σου μιλάω με απόλυτη ειλικρίνεια.
  • Ο αρθρογράφος ειρωνεύτηκε τις υπερφίαλες υποσχέσεις των πολιτικών στο χθεσινό του κείμενο.
  • Ένιωθε πως η ίδια η μοίρα τον ειρωνευόταν, στερώντας του τη νίκη στο τελευταίο δευτερόλεπτο.
  • Κάθε φορά που κάποιος εξέφραζε διαφορετική άποψη, εκείνος απλώς χαμογελούσε και τον ειρωνευόταν.