σαρκάζω
ρήμα1. Χλευάζω ή αντιμετωπίζω κάποιον ή κάτι με δηκτικό, πικρό και επιθετικό χιούμορ.
2. Εκφράζομαι με τρόπο ειρωνικό, εκδηλώνοντας πικρία, απογοήτευση ή περιφρόνηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθιζε να σαρκάζει τις αδυναμίες των αντιπάλων του με ιδιαίτερη οξύτητα.
- Μην σαρκάζεις διαρκώς, γιατί πληγώνεις τους ανθρώπους γύρω σου.
- Ο συγγραφέας σάρκαζε την υποκρισία της υψηλής κοινωνίας μέσα στα κείμενά του.
- Χαμογέλασε πικρά και σάρκασε για τη δική του αποτυχία.