βιαστικός
επίθετο1. Αυτός που κινείται, ενεργεί ή συμπεριφέρεται με μεγάλη σπουδή, ταχύτητα και ανυπομονησία.
2. Αυτός που γίνεται στα γρήγορα και χωρίς την απαραίτητη σκέψη, προσοχή ή επιμέλεια.
Συνώνυμα
σπευστικός εσπευσμένος φουριόζος προπετής επιπόλαιος αβασάνιστος πρόχειρος ανυπόμονος γρήγορος αστόχαστος απερίσκεπτος ταχύς αλαφιασμένος τρεχάτος ασυλλόγιστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν τόσο βιαστικός που έφυγε από το σπίτι χωρίς να πάρει τα κλειδιά του.
- Μην βγάζεις βιαστικά συμπεράσματα πριν εξετάσεις όλα τα δεδομένα.
- Έριξε μια βιαστική ματιά στις σημειώσεις του λίγο πριν ξεκινήσει το διαγώνισμα.
- Η απόφασή του ήταν μάλλον βιαστική και τελικά του δημιούργησε περισσότερα προβλήματα.