υπομονετικός
επίθετο1. Αυτός που διαθέτει ή δείχνει υπομονή, που αντέχει τις δυσκολίες, τις καθυστερήσεις ή τις αντιξοότητες με ηρεμία, ψυχραιμία και χωρίς να παραπονιέται.
2. Αυτός που χαρακτηρίζεται από επιμονή, λεπτομέρεια και απαιτεί αρκετό χρόνο και κόπο.
Συνώνυμα
καρτερικός στωικός μακρόθυμος ανεκτικός ψύχραιμος ατάραχος ήρεμος πράος αγόγγυστος επίμονος συγκαταβατικός ανθεκτικός νηφάλιος διαλλακτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να είσαι υπομονετικός με τα μικρά παιδιά όταν μαθαίνουν κάτι καινούργιο.
- Ο δάσκαλος ήταν ιδιαίτερα υπομονετικός και εξηγούσε το μάθημα όσες φορές χρειαζόταν.
- Η αποκατάσταση ενός παλιού χειρογράφου απαιτεί λεπτή και υπομονετική εργασία.
- Οι υπομονετικοί επιβάτες περίμεναν καρτερικά στην αποβάθρα μέχρι να φτάσει το καθυστερημένο τρένο.