βιασύνη
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υπερβολική ταχύτητα και συχνά έλλειψη προσοχής ή ψυχραιμίας.
2. Ανάγκη ή πίεση για άμεση και γρήγορη δράση λόγω έλλειψης χρόνου.
Συνώνυμα
φούρια πρεμούρα βιάση σπουδή ανυπομονησία προπέτεια τρεχάλα ταχύτητα γοργότητα επιπολαιότητα απερισκεψία αστοχασιά νευρικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πάνω στη βιασύνη της να προλάβει το λεωφορείο, ξέχασε τα κλειδιά της στο σπίτι.
- Η πολλή βιασύνη οδηγεί συχνά σε σοβαρά λάθη και παραλείψεις.
- Δεν υπάρχει λόγος για τόση βιασύνη, έχουμε ακόμα αρκετή ώρα στη διάθεσή μας.
- Οι αποφάσεις που λαμβάνονται με βιασύνη σπάνια αποδεικνύονται σωστές.