επιπολαιότητα
ουσιαστικό1. Στάση ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από επιφανειακή αντίληψη και έλλειψη σοβαρής σκέψης σχετικά με τις συνέπειες των πράξεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιπολαιότητα του οδηγού προκάλεσε ένα μικρό ατύχημα.
- Δεν μπορούμε να ανεχτούμε άλλη επιπολαιότητα στην ομάδα έργου.
- Με μια στιγμιαία επιπολαιότητα έχασε την εμπιστοσύνη της φίλης του.
- Η επιπολαιότητα στα δημόσια σχόλια του πολιτικού προκάλεσε αντιδράσεις.
- Στη συζήτηση φάνηκε η επιπολαιότητα των επιχειρημάτων του.