επιφανειακότητα
ουσιαστικό1. Έλλειψη πνευματικού, συναισθηματικού ή γνωστικού βάθους· η τάση να αντιμετωπίζει κανείς τα πράγματα πρόχειρα, ελαφρά και χωρίς ουσιαστική κατανόηση ή εμβάθυνση.
2. Προσκόλληση στην εξωτερική όψη, στον τύπο ή στο φαίνεσθαι ενός ζητήματος ή προσώπου.
Συνώνυμα
επιπολαιότητα ρηχότητα ρηχοσύνη ελαφρότητα ασοβαρότητα προχειρότητα κενοσύνη εξωτερικότητα φαινομενικότητα κουφόνοια αστοχασιά απλοϊκότητα ανευθυνότητα απερισκεψία
Αντώνυμα
βάθος εμβρίθεια ουσιαστικότητα σοβαρότητα διεισδυτικότητα στοχαστικότητα βαθύνοια υπευθυνότητα πληρότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιφανειακότητα της ανάλυσής του απογοήτευσε την επιτροπή των καθηγητών.
- Στις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις επικρατεί συχνά μια έντονη συναισθηματική επιφανειακότητα.
- Αντιμετώπισε το σοβαρό οικονομικό πρόβλημα με ασυγχώρητη επιφανειακότητα.
- Η ταινία επικρίθηκε έντονα για την επιφανειακότητα των χαρακτήρων και του σεναρίου της.