περισυλλογή

ουσιαστικό

1. Βαθιά πνευματική συγκέντρωση, στοχασμός και απομόνωση από τα εξωτερικά ερεθίσματα για εσωτερική αναζήτηση.

2. Το μάζεμα και η συγκέντρωση πραγμάτων, απορριμμάτων, αδέσποτων ζώων ή ανθρώπων (όπως ναυαγών ή τραυματιών) από διάφορα σημεία.

Συνώνυμα

αυτοσυγκέντρωση στοχασμός συλλογή διαλογισμός ενδοσκόπηση αναλογισμός αποκομιδή μάζεμα συγκέντρωση ρέμβη κατάνυξη σκέψη εμβάθυνση διάσωση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Περνούσε ώρες μόνος στο γραφείο του, βυθισμένος σε βαθιά περισυλλογή.
  • Ο δήμος ανέλαβε την περισυλλογή και τη φιλοξενία των αδέσποτων ζώων της πόλης.
  • Η απόλυτη ησυχία του μοναστηριού δημιουργούσε την κατάλληλη ατμόσφαιρα για περισυλλογή.
  • Το λιμενικό σώμα οργάνωσε άμεσα επιχείρηση για την περισυλλογή των ναυαγών.