διασπορά
ουσιαστικό1. Κατανομή στοιχείων, αντικειμένων ή ατόμων σε ευρύτερη γεωγραφική ή χωρική περιοχή.
2. Διάδοση ουσιών, σπόρων ή μικροοργανισμών από σημείο προέλευσης προς άλλα σημεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συγκέντρωση συνέλευση συναγωγή συνδιάσκεψη σύναξη σύνοδος συλλογή εντόπιση μάζωξη στόχευση μάζεμα μάζωμα συσσώρευση συμπύκνωση εστίαση ενότητα παράταξη συνάθροιση σχηματισμός συνάντηση συνεδρίαση συρροή μάζα σύσκεψη συσπείρωση σύγκλιση ομοιογένεια ένωση συγχώνευση κατάστιχο μοτίβο συνένωση τάγμα πιάτσα μονοπώλιο προσήλωση
Παραδείγματα χρήσης
- Η διασπορά του ιού επιταχύνθηκε λόγω των μαζικών συναθροίσεων.
- Η διασπορά των δεδομένων δείχνει πόσο διαφορετικές είναι οι μετρήσεις.
- Η διασπορά του φωτός στο πρίσμα διαχωρίζει τα χρώματα.
- Η διασπορά των σπόρων από τον άνεμο βοηθάει στην εξάπλωση των φυτών.
- Σε ένα χαρτοφυλάκιο, η διασπορά του ρίσκου μειώνει την έκθεση σε μεμονωμένες απώλειες.